- ἐπικαθελών
- ἐπικαθαιρέωpull downaor part act masc nom sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
επικαθαιρώ — ἐπικαθαιρῶ, έω (Α) καταρρίπτω, γκρεμίζω, καταστρέφω επί πλέον ή μετά από άλλους («ἐπικαθελών τὸ ἐν Τέῳ τεῖχος», Θουκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καθ αιρώ «κατεβάζω, σύρω κάτω»] … Dictionary of Greek